skip to main content
 

Από την πολυσπόνδυλη μενίππεια αφήγηση «Καιροί και ζαμάνια», το μαλαχάτι με τσι δυο κουφούς. Άρθρο από το Μ. Ζ. Κοπιδάκη

Εσμίξανε μια βολά και εδώσανε γνώρα δυο μποντικοί, ο γεις από τα μητατοκαθίσματα τση Νίδας κι ο γι-άλλος από το Λαγωλιό. Και λέει ο πρώτος: ‘Εγώ, σύντεκνε, καλοπερνώ, γιατί, σαν δεν μπιτίζει, ήβαλα τον απατό μου κεχαγιά στα τυροκομειά. Το ξυνόγαλο, το κρυγιόγαλο, οι χουμάδες τρέχουνε ποταμός. Κι εγώ που με θωρείς κάνω κι όρεξες, γιατί το θέλω το γάλα καρπερό και το τυρί αφράτο. Κι ετσά, τη μια δα θα με δεις στον τοποθέτη να μολοφίζω το κατσοχοίρι, την άλλη κάθομαι με την ανεπαγή μου μέσα στη γαλαύτα ή στο σιγλί ή και στον αρμεγό και μασουλίζω. Η κερά μου πάλι, επειδή το πια είναι βαρεμένη, έχει τη μυζήθρα τση, το τυρομάλαμά τση, τα αποθρούλλια τση, μα ’ναι κακόφαγη γιατί έχει άσκημα βλαψίδια. Τα κοπέλια, ε, ξενινιασμένα εβγήκανε και δεν αγγίζουνε πράμα όξω από τσύπα, άντε και τη στάκα ανέ τηνε βρούνε τσι χίλιες μια βολά τσ’ όρεξής τως. Στο αθόγαλο μέσα βγάνουνε την κοκκώνα τως και κατουρούνε –κοπέλια αυτά, ίντα να τώσε πεις, μα και να τώσε πεις, τον τοίχο αμπώθεις’.

            Γροικά δα ο άλλος πράματα και θαμάσματα και πομένει χασκούμενος. Εμύριζε του μαυροκακομοίρη η μπούκα του από την πείνα και ελιγομαριάζουντονε. Η παραπόνεση του μεγάλη. Και απηλογάται, μα ίσα ίσα δα που ήβγαινε η φωνή του σαν τη ψιλή κλωστή του τερζή: «Εγώ, συντεκνάκι, στο διαολότοπο που ζω, όλα μου λείφτουνται. Και για κειονά ζηλεύει η σφάκα την πίκρα τ’ αχειλιού μου. Κουρκούτση με κράζουνε, Κουρκούτση με βρίσκεις στα γυροτρίγυρα, γιατί τρώγω χλωρά τα χαρούπια. Άντες το λοιπός  να μου τύχουνε αποδιαλέγουρα, μιαολιά γλύνα τα Χριστούγεννα, η φούσκα του χοιρού άμα τη συχαθούνε τα κοπέλια, και τα Λαμπρόσκολα το κλούβιο αυγό. Καλόγερος αν  ήμουνε, ήθελα νάχω σωσμένη την ψυχή μου μόνο από τσι νηστείες.»

            Εψυχοπονέθηκε τονε δα ο πρώτος, Παχούμιο τόνε λέγανε, (εξέχασα να το πω) και του κάνει: «Ε την παντέρμη την κοιλιά και πόσα δεν έχουνε καωμένα για όνομης τση μποντικοί κι αθρώποι! Μα και πόσα θα κάμουνε ακόμα. Εγώ όμως θα σε καλέσω, ίντα λέω δα «θα σε καλέσω», από νταδά σε καλώ ταχιά τον Απριλομάη που κάνουνε τσι κουρές στο μητάτο απού ’χουνε το κοινάτο Πιτούληδες και Σουχλήδες. Ίντα λογάται δα πως δεν θανέ  ΄χω και γω τσι μουσαφίρηδες και τσι σοφραδομοίριδες μου! Από φυσικού μου είμαι μπερεκετιλής, ένα παραπάνω άμα μνημονεύγω με ξένα κόλλυβα!» Κάνει του ο Κουρκούτσης: «Μη τάξεις, μα άμα τάξεις, όπως τάξεις. Να ρθω θέλει, συντεκνάκι».

            Εμπήκανε, εβγήκανε οι μήνες, άνοιξη καιρού, εξημέρωσε και η μέρα των κουρώ. Σηκώνεται ο Κουρκούτσης, μονοπαντίζει τη δικολογιά του και τώσε λέει: ‘Άγωμε’. Μα πριχού ξεκινήσουνε, γυρίζουνε όλοι και βάνουνε τρεις πούλους ο πασαείς στο Λαγωλιό: «να, να, να!» εφωνιάζανε. Εξεκινήσανε, εκυνηγούσανε το δρόμο με γέλια και χαρές συγκούδουνοι συντάρντανοι να’πα να σμίξουνε τον Παχούμιο κι τσ’ εδικούς του. Εφτάξανε ώρα νερού.

            Ίντα να δούνε;  --Μια βαβουρανιά, ένα χαλαμπαλίκι! Αθρώπους να μαχώνουνε, να μπουζάζουνε, να κουρεύγουνε, να τροχίζουνε τσι ψαλίδες, ∙ άλλους να κουταλομετρούνε, να τυροκομούνε, να ξετουπίζουνε, να συμπαρδουλίζουνε τσι φωθιές, να σαραντίζουνε τα ζα. Στη μέση ο Μπρίνταλος με την ασκομαντούρα του να τώσε κάνει καερέτι. Κι από φαγοπιοτούρα, το κάλλεος του κόσμου: συννέφρι βραστό, σταθούρι αντικρυστό, μενούζες  στσι λεγένες. Πισωκαύκια με τσ’ εμυαλούς να δεις, ασβάχια στσι καρβουνιθιές. Να χαχιλάρουνε οι γρες τα πιλάφια, να κενώνουνε τα ροβιθάτα. Στσι μοδαρές και στα δικάθια αθότυροι, άσπροι σαν τα βυζά, τυροζούλια, κουταλίτες, τυρί τση τρύπας. Άλλους πάλι εθώρειες να ρουφούνε χερμπέθια κι αϊράνια, κι άλλους να πίνουνε μουρνόρακες και κράσους. Άμα το βρούνε το κρασί οι Μεσαρίτες, μεταλάβωμα.

            Εχιαχιρντίσανε οι σοφραδομοίριδες από το Λαγωλιό. Λίδια μου, βουρλίδια μου, καβρομαμουρίδια μου. Επέσανε το λοιπός μούρη γόνατα: εγλύψανε, εχοιρουμουτσουνίσανε, εφάγανε του σκασμού, εξαναφάγανε, εξεράσανε, ερευτήκανε, εξεκοιλιδιαστήκανε. Μια κοπανιά κάνει ετσέ ο Κουρκούτσης και θωρεί δυο φουρόγατους με πέντε έξι κατσούλια μουστακάτα, θωρεί και δυο σκυλάρες, Φουντούκο ελέγανε τον ένα Φιρφιρή τον άλλο, να γυρίζουνε πέρα πώδε, ε εκακόβαλε. «Διάοτσε επαέ δα…» λέει από μέσα του και γυρίζει και κάνει του Παχούμιου: «Σύντεκνε, ίντα ’ναι ετουτοινέ; Κοντό και κάνει το να ντακάρουνε;» Δεν επόσωσε την κουβέντα του και του λέει ο Παχούμιος: «Ντα δε θωρείς, μπρε, πώς είναι ζαβλακωμένοι από το φαΐ; Έχουνε αυτοί καταπιωμένους τζάρουκες, ατζίποδες, κνισάρια, κουφούς θα κάθουνται να ξετρέχουνε; Άμα είναι χορτασμένοι οι ζαπτιέδες, τη δουλειά τους δεν την ξανοίγουνε. Μη χαμπαρίζεις!» Ε, θωρεί δα κι ο άλλος την πόρεψη και τη διάτα σκυλώ και κατώ και το καντίζει: «Ετσά ’ναι κιόλας. Ο χορτασμένος μα σκύλος, μα κάτης, μα άθρωπος βαριέται που ζει. Δεν ξεσουβιάζεται. Σαν την κάτω πέτρα του μύλου κάθεται και παχαίνει.»

            Σαν το πετούμενο πουλί περνούνε ογλήγορα τα όμορφα πράματα του κόσμου. Άμα δα ερχίνηξε να μοχριά, τσι μαζώνει όλους ο Παχούμιος, που ήτανε δα τάξε και καλά ο σερασκέρης τως, και τως λέει σαν τον Σφακιώτη «Εμείς δεν σάσε βαστούμε άλλο, καλά σας είναι μπλιο. Εγώ’βαλα κιόλας την παρασύρα στην παρασθιά, αμέτε στο καλό. Πριχού όμως μισέψετε, πάμε δα όλοι μαζί σε εκεινεκέ τη χαβατσούνα, απού’χουνε πατωσές πατωσές τσι ξυγκόπιτες με τη βαρά λιπασά, να δαγκάσομε ο πασαείς μια σταλιά κι απόεις στα γιατάκια μας, γιατί σαν τον ύπνο κι άλλο δεν υπάρχει. Μπουγιουρούμ!»

            Εφώτισε τονε ο Θεός και σηκώνεται ο Κουρκούτσης απού’τανε ξεπονηρεμένος, γιατί η πείνα κάνει μαθές τα μάθια μας σαν τα σκουτέλια, και του λέει: «Πέρνα δα σύντεκνε, ελόγου σου ομπρός γιατί κατέχεις σαν τη παλάμη τση χέρα σου τα κατατόπια, είναι και στενοκοπιά επαέ, και εμείς ακλουθούμε σου.» Περνά ο Παχούμιος ομπρός και εξετρεμουλιάζανε τα μουστάκια του από την πεθυμιά, γιατί ήτανε κοιλιόδουλος σαν τσι δεσποτάδες. Κι οντέ εσίμωνε στο ταψί με τσι ξυγκόπιτες, αυτός κι αμοναχός του, αρούβαλος όπως ήτανε, εστραβώθηκε, ίντα διάολο’παθε, και δίδει μιαν ανεποδαρά σε ένα ξυλίκι που εστέκουντονε εκειά σαν το καζίκι, σκοτεινάγρα μαθές, και μια κοπανιά γροικάται ένα φραπππ και καταπέφτει μια πλάκα, που την είχε στεμένη ο τυροκόμος και τόνε μαγκώνει από τη μέση και πάνω κι ακούστηκε η στριγγλιά του, του καταφρονεμένου, να σου ραΐζει την καρδιά: ‘τσίιιιιιιτσι!’ Καλλιά σου να μη δεις τ’ αποδέλοιπα∙ από τση πλάκας το βάρος επεταχτήκανε όξω –χάμαι θωρώ και λέω το—το κουμπάρι του με τ’ άντερα του αντάμα. Θωρούνε δα οι γι-άλλοι τη καταδιά του, τα ξετελέματα του, πώς επόδωκε ο λιγόχρονος και φωνιάζει στη δικολογιά σου ο Κουρκούτσης:

            Καλλιά στο Λαγωλιό και τ’ άντερα μέσα

            Παρά στο μητάτο και τ’ άντερα όξω!

Και πιάνουνε οι κακορίζικοι και παίρνουνε τα μπρος οπίσω, βάνουνε τσι πατούχες τως στ’αυθιά τως, και γιαγέρνουνε ξεγλωσσισμένοι στο Λαγωλιό. Και στο δρόμο εκάνανε χαχαλιές τσι σταυρούς και ταξίματα στον Απανωσήφι και ελέγανε: ‘Μα σαν το σπίτι σου, και σαν τα πατρογονικά σου’ Εδά κι εδά….

 

                                                                                           Μ.Ζ.Κ

 

 

            Από την πολυσπόνδυλη μενίππεια αφήγηση «Καιροί και ζαμάνια»