skip to main content
 

Ένας γεωργιανός φίλος

Τα Νέα 27.09.2011

Του Μιχάλη Μοδινού

Παρακολουθώντας τις προάλλες τον Ολυμπιακό σε ένα καφέ-μπαρ έπιασα στο ημίχρονο κουβέντα με Γεωργιανό που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. Αφορμή η επικείμενη αναμέτρηση των εθνικών ομάδων των δύο χωρών στην Τιφλίδα, που πιθανότατα θα κρίνει την πρόκρισή μας στο επόμενο Πανευρωπαϊκό. Ο άνθρωπος αυτός, που έχει δεκατρία χρόνια στην Ελλάδα δουλεύοντας μπογιατζής και μιλάει άριστα ελληνικά, αναφέρθηκε και στην εδώ γεωργιανή κοινότητα. Κατά την άποψή του (επίσημα στοιχεία δεν υπάρχουν) πάνω από εκατό χιλιάδες Γεωργιανοί/ές εργάζονται στη χώρα μας, αλλά μόλις το ένα τρίτο έχει νομιμοποιηθεί. Η πλειονότητα είναι γυναίκες και δουλεύουν ως οικιακοί βοηθοί. Η ειδίκευση των περισσοτέρων εξ αυτών είναι η φροντίδα ατόμων μεγάλης ηλικίας.

Γεωγραφική διασπορά; Εδώ ο συνομιλητής μου (βιολόγος τα παλιά καλά χρόνια, πρώην ερευνητής στο περίφημο Πανεπιστήμιο Λoμoνόσοφ της Μόσχας) μου έδωσε ένα ενδιαφέρον προφίλ. Οι πιο πολλές αυτές γυναίκες απ' τη Γεωργία εργάζονται περί το κέντρο της Αθήνας και όχι στα προάστια, όπως θα περίμενε κανείς με βάση τις «αντικειμενικές αξίες». Φροντίζουν κυρίως υπερήλικες γυναίκες σε γειτονιές όπως η Κυψέλη, το Παγκράτι, η Λεωφόρος Αλεξάνδρας και η Πλατεία Βικτωρίας, τα παιδιά και τα εγγόνια των οποίων έχουν μετοικήσει σε καλύτερες - ο όρος δικός του - περιοχές. Οι κυρίες αυτές ανήκουν στην παλιά μεσοαστική τάξη της πρωτεύουσας, εργάζονταν κάποτε οι ίδιες ή ήταν σύζυγοι στρατιωτικών, δικαστικών, εκπαιδευτικών, τραπεζικών υπαλλήλων κ.λπ., ζουν σε παλιές πολυκατοικίες αλλά σε άνετα διαμερίσματα, και οι γεωργιανές συνοδοί εισπράττουν τη σύνταξη, τις βγάζουν βόλτα, τρέχουν στους γιατρούς για τις συνταγές και αργότερα για έγκριση στις ουρές τoυ υγειονομικού, βοηθούν στην τουαλέτα τους, τις πηγαίνουν σε κανένα κουμκάν και, βέβαια, ψωνίζουν και μαγειρεύουν. Τα παιδιά και τα εγγόνια; Α! αυτά εμφανίζονται συνήθως τις Κυριακές για καφέ, και προς μεγάλη χαρά της γιαγιάς για κανένα ταπεράκι με γεμιστά ή λαχανοντολμάδες, έθιμο άλλων εποχών, όταν το νεαρό φιντάνι έμενε στη διπλανή γκαρσονιέρα.


Και οι ίδιες οι Γεωργιανές; Γενικά ικανοποιημένες, αν και δεν λείπουν οι παραξενιές, η επιθετικότητα και τα υποτιμητικά σχόλια για την προέλευσή τους. Τα 750 ευρώ τον μήνα συν το φαγητό, τη στέγη και τα σχετικά είναι εξαιρετικά υψηλή αμοιβή αν συγκριθεί με τα τριακόσια ευρώ που είναι ο μισθός ενός πανεπιστημιακού στη Γεωργία και τα εκατόν ογδόντα ενός δασκάλου. Το περιβάλλον καλό - και άλλωστε, «αν ξέρατε τι έχουμε περάσει θα καταλαβαίνατε τι είναι για μας η καταναλωτική δύναμη που αποκτήσαμε εδώ. Αυτό για το οποίο απορούμε εγώ και οι συμπατριώτες μου είναι γιατί παράτησαν οι Ελληνες τις δουλειές και τις έδωσαν σ' εμάς. Οποιον νέο Ελληνα συναντάω, ακόμη και σήμερα με την κρίση, σπουδάζει, και κανείς δεν δουλεύει με τα χέρια του».

Προοπτικές; Εδώ ο συνομιλητής μου εξέφρασε με εξαιρετική ευγένεια την ανησυχία του. Είχε μόλις ακούσει για την περικοπή των συντάξεων και αναρωτιόταν πώς θα τα έφερναν βόλτα οι εκατοντάδες χιλιάδες υπερήλικοι. Κατά τη γνώμη του έρχεται συμφορά, όχι πια οικονομική - αυτή είναι δεδομένη, είπε διστακτικά - αλλά κοινωνική. «Ηδη έχουν αρχίσει δραματικές περικοπές στους μισθούς των οικιακών βοηθών. Φοβάμαι ότι πολλές συμπατριώτισσές μου, αν όχι όλες, θα εγκαταλείψουν σύντομα τη χώρα σας. Εχουν κάνει κομπόδεμα και δεν μπορούν, φυσικά, να δουλεύουν στην ξενιτιά χωρίς αμοιβή. Από την άλλη, και τα παιδιά των κυριών για τις οποίες εργάζονται περνάνε τις δικές τους στενοχώριες - απολύσεις, εργασιακή εφεδρεία, κλείσιμο των μαγαζιών τους.


Ετσι κι αλλιώς όμως σπάνια συνέβαλλαν στη βοήθεια του γερο-πατέρα ή της μητέρας τους και φιλονικούσαν για τα οικογενειακά βάρη. Ακόμη, οι αποστάσεις είναι τεράστιες στην Αθήνα και, αν μου επιτρέπετε μια παρατήρηση, ο άκοπος πλουτισμός διέλυσε την οικογένεια. Είναι κρίμα. Δεν θέλω να φαντάζομαι όλους αυτούς τους συνταξιούχους αφημένους στην τύχη τους, σε μεγάλα έρημα διαμερίσματα, μονάχους και ανήμπορους. Εκτός κι αν τα παιδιά τους πάρουν κοντά τους, χάνοντας βέβαια τη βολή τους. Αλλά τότε υπάρχει και ο κίνδυνος να ερημώσουν οριστικά χιλιάδες σπίτια. Γιατί ποιος θα τα πάρει... Ακόμη κι εμείς σιγά σιγά επιστρέφουμε στις πατρίδες μας. Κι αν εμείς είμαστε μαθημένοι από στέρηση, εσείς πώς θα αποστερηθείτε όσα αποκτήσατε; Αλήθεια, τα σκέφτεται κανείς από την κυβέρνηση όλα αυτά;».

Δεν είχα, βέβαια, απάντηση. Προς σωτηρία μου, ο Ολυμπιακός μπήκε εκείνη τη στιγμή στο τερέν.

Ο Μιχάλης Μοδινός είναι συγγραφέας, περιβαλλοντολόγος και μηχανικός