skip to main content
 

Βρήκαν το αντίδοτο στην κρίση

ΤΑ ΝΕΑ  Σαββατοκύριακο, 12-13.05.2012

Ρεπορτάζ: Εύη Σαλτου


Μιλούν στα «ΝΕΑ» άνθρωποι που άλλαξαν τη ζωή τους κάνοντας νέο ξεκίνημα κόντρα στη δύσκολη περίοδο

Κάποιοι άλλαξαν επάγγελμα, κάποιοι άλλοι άλλαξαν τόπο διαμονής, όλοι όμως έκαναν μια μεγάλη στροφή στην καθημερινότητά τους. «Δεν υπήρχε άλλος δρόμος παρά μόνο η αλλαγή», λένε άνθρωποι οι οποίοι αποφάσισαν να αλλάξουν ολοκληρωτικά τη ζωή τους. Βασικό ρόλο στην απόφαση αυτή βέβαια έπαιξε η οικονομική κρίση, που κάποιους τους ανάγκασε να μείνουν χωρίς δουλειά και να ψάξουν για εναλλακτικές λύσεις και άλλους να καταλάβουν ότι ο μέχρι πρότινος τρόπος ζωής τους δεν μπορούσε να συνεχιστεί. «ΤΑ ΝΕΑ» μίλησαν με ανθρώπους οι οποίοι έκαναν ένα νέο ξεκίνημα. Οπως εξηγούν, οι δυσκολίες δεν τους πτόησαν και με αισιοδοξία στηρίζουν την επιλογή τους.

 

Γιάννης και Ελένη Πρωτοψάλτη: Τους πήγαν όλα Μέλι - Γάλα

Κατάγονται και οι δύο από τα Κύθηρα κι εκεί επέλεξαν να μείνουν. Ο Γιάννης και η Ελένη Πρωτοψάλτη είναι παντρεμένοι τα τελευταία 23 χρόνια κι έχουν δύο κόρες, οι οποίες είναι μαθήτριες της Β' και Γ' Λυκείου.

Ο Γιάννης είναι μελισσοκόμος κι έτσι το ζευγάρι ξεκίνησε να ασχολείται με τις μέλισσες.

«Οι γονείς μου είναι κτηνοτρόφοι κι εμπειρικά γνώριζα πώς φτιάχνει κανείς τυρί. Οταν πριν από 10 χρόνια ο πατέρας μου μού έδωσε γάλα, έτσι για πλάκα είπα να φτιάξω τυρί για την οικογένειά μου, δεν είχα, άλλωστε, τη γνώση. Πολύ γρήγορα, όμως, φίλοι και γνωστοί μου ζητούσαν να τους φτιάξω τυρί. Ελεγαν, μάλιστα, μελισσοκομικά ο Γιάννης, τυροκομικά η Ελένη και χωρίς να το καταλάβουμε πριν από περίπου τέσσερα χρόνια δημιουργήθηκε το Μέλι - Γάλα».

Η εταιρεία προέκυψε, όπως εξηγεί το ζευγάρι, χαλαρά και αβίαστα και μάλιστα αυτό τον καιρό η παραγωγή τυριού έχει προσωρινά σταματήσει, καθώς η επιχείρηση επεκτείνεται, ενώ ετοιμάζεται το νέο τυροκομείο τους.

Και μπορεί να μην ήταν στους αρχικούς τους στόχους ένας ξενώνας, ο Γιάννης και η Ελένη όμως ανοίγουν φέτος για τρίτη χρονιά το «Απλυνόρι», στα Μητάτα Κυθήρων.

 

«Είμαστε αισιόδοξοι». «Είχαμε μία μισοτελειωμένη κατασκευή και είπαμε να φτιάξουμε έναν μικρό ξενώνα και στους πελάτες μας να προσφέρουμε πρωινό από τα προϊόντα μας», λέει η Ελένη, η οποία υπογραμμίζει πως η οικονομική κρίση τούς άγχωσε αλλά δεν τους πτόησε. «Είμαστε πάνω απ' όλα αισιόδοξοι. Αν δεν αγαπούσαμε αυτό που κάνουμε, σίγουρα θα το είχαμε εγκαταλείψει υπό αυτές τις δύσκολες συνθήκες».

 

Χρήστος Παλιούρας:Από το μυστρί στο μαντρί με τους νεροβούβαλους

Μεγάλωσε με το... μυστρί, όπως χαρακτηριστικά λέει, αυτό όμως τον πρόδωσε αφού δουλειές στην οικοδομή τους τελευταίους μήνες δεν υπήρχαν. Ο οικοδόμος Χρήστος Παλιούρας βλέποντας τη δύσκολη και δυσοίωνη κατάσταση στον κλάδο του αποφάσισε πριν από δύο μήνες να «χτίσει» άλλη επαγγελματική πορεία, αυτή του κτηνοτρόφου βουβαλιών.

«Η περιοχή μας, το Δενδροχώρι Τρικάλων, ήταν τόπος όπου πριν από περίπου 50 χρόνια υπήρχαν βουβάλια. Οταν άρχισα να αναζητώ τι θα κάνω γιατί έβλεπα πως η οικοδομή είχε πια πεθάνει, οι παλιοί με παρακίνησαν να φτιάξω τη μονάδα με τους νεροβούβαλους, ελληνικής ράτσας. Δεν ήξερα πολλά για την εκτροφή αυτών των ζώων και χρειάστηκε να ψάξω αρκετά», λέει στα «ΝΕΑ» ο 38χρονος.

Αγόρασε λοιπόν 22 νεροβούβαλους από τη λίμνη Κερκίνη. «Είναι μια δουλειά που θα δώσει κέρδος μελλοντικά. Για να καταλάβετε, το πρώτο γάλα θα το πάρω από το φθινόπωρο και μετά και θα το διαθέσω αποκλειστικά σε εταιρεία της περιοχής. Θα ήθελα, βέβαια, να στηριχτώ στο βουβαλίσιο κρέας και φυσικά να μεγαλώσω τη μονάδα».

 

«Δεν μετανιώνω». Ωστόσο, αυτή η αλλαγή δεν είναι εύκολη. «Είναι εντελώς διαφορετικό επάγγελμα. Αλλάζεις και τρόπο ζωής. Θα πρέπει να είσαι συνέχεια με τα ζώα για να βοσκήσουν: από τις επτά το πρωί μέχρι το μεσημέρι που τα βάζω στο μαντρί του πατέρα μου, το οποίο ανακαίνισα, και μετά ξανά από τις πέντε το απόγευμα έως τις εννέα το βράδυ. Προσπαθώ λοιπόν να προσαρμοστώ, αλλά τουλάχιστον δεν μετανιώνω για την επιλογή μου».

 

Αντώνης και Αγγελική Τζαναβάρη:Εψαξαν μιαν άλλη ποιότητα ζωής στην Κυπαρισσία

Το 2002 πήραν οικογενειακώς την απόφαση να αφήσουν την Αθήνα. Ο Αντώνης Τζαναβάρης, η σύζυγός του Αγγελική και τα δύο παιδιά τους ήθελαν μιαν άλλη ποιότητα ζωής.

«Ολα άλλωστε κάνουν τον κύκλο τους», λέει ο Αντώνης, ο οποίος γεννήθηκε και έμεινε στην Αθήνα μέχρι τα 50 του. Αφησε πίσω και μια βιοτεχνία με είδη οικιακής χρήσης, όπου εργαζόταν, κυρίως στον τομέα των πωλήσεων.

Πλέον μένουν στην Κυπαρισσία, μία πιο ανθρώπινη πόλη όπως εξηγεί, παρότι δεν κατάγονται από εκεί.

Το 2004, μάλιστα, αγόρασαν ένα οικόπεδο στην ευρύτερη περιοχή και άρχισαν τις εργασίες για την ανέγερση ξενοδοχειακής μονάδας. Τελικά το Natura Club, με τα 33 δωμάτια, άνοιξε τις πόρτες του για τους επισκέπτες πέρυσι τον Ιούλιο.

«Η απόφαση να αλλάξουμε πόλη ήταν εύκολη και φυσικά δεν το μετανιώνουμε. Οσο για το ξενοδοχείο, μας δυσκόλεψε η γραφειοκρατία και τα εμπόδια του Δημοσίου», τονίζει ο Αντώνης.

Οι δύο γιοι τους, Δημήτρης και Θεοχάρης, έχουν κάνει σπουδές στον τομέα του τουρισμού και απασχολούνται στην οικογενειακή επιχείρηση, η οποία λειτουργεί και τις τέσσερις εποχές του χρόνου.

 

«Θα το παλέψουμε». Παρότι το ξενοδοχείο άνοιξε στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, οι ιδιοκτήτες είναι αισιόδοξοι. «Πέρυσι, το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Δουλέψαμε περισσότερο πειραματικά. Καταλαβαίνουμε ότι η εποχή είναι πολύ δύσκολη, αλλά θα το παλέψουμε. Πήραμε μια απόφαση και θα την τηρήσουμε».

 

 

Θόδωρος Παπανικολάου:Ο συνταξιούχος του ΟΤΕ που εκτρέφει σαλιγκάρια

Βγήκε στη σύνταξη σε ηλικία 53 ετών και, όπως λέει, δεν θα μπορούσε να περνά την ώρα του στο καφενείο. Γι' αυτό και ο Θόδωρος Παπανικολάου, ο οποίος ήταν διευθυντής του τμήματος call centre του ΟΤΕ στη Θεσσαλονίκη, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί στον πρωτογενή τομέα.

«Εργαζόμουν για 35 χρόνια και μόλις πήρα τη σύνταξη έφυγα από τη Θεσσαλονίκη και ήρθα στο Κιλκίς. Αισθάνθηκα σαν να αποφυλακιζόμουν. Πάντα πίστευα στον πρωτογενή τομέα και όταν άρχισα να ψάχνω τι θα κάνω, έμαθα για τις αγροτικές επιδοτήσεις. Ηταν ένα άγνωστο για μένα αντικείμενο, έψαξα, έμαθα και με τη βοήθεια ενός καθηγητή Γεωπονίας αποφάσισα να ξεκινήσω τη σύγχρονη μονάδα εκτροφής σαλιγκαριών», λέει ο κ. Παπανικολάου.

Ετσι, πέρυσι τον Ιούνιο οι εγκαταστάσεις της μονάδας στα 4 στρέμματα ήταν έτοιμες και φέτος θα πάρει την πρώτη του παραγωγή, η οποία πιθανότατα θα φύγει στο εξωτερικό - σε Γαλλία ή Ρωσία. Στόχος του άλλωστε, όπως λέει, είναι να πιάσει τους 60 τόνους.

«Γενικώς η παραγωγή εξαρτάται από παράγοντες όπως η φροντίδα του καλλιεργητή, η υγρασία, η θερμοκρασία».

 

«Χρειάζεται αγάπη». Παρότι η δουλειά που έκανε τόσα χρόνια ήταν κυρίως γραφείου και τώρα βρίσκεται στη μονάδα από τις έξι το πρωί έως τις έξι το απόγευμα, λέει πως η προσαρμογή δεν ήταν δύσκολη. «Εάν αυτό που κάνεις, το κάνεις με αγάπη και ενδιαφέρον, προσαρμόζεσαι εύκολα και σίγουρα δεν μετανιώνεις για την επιλογή σου».

 

Αλεξάνδρα Βαλοπετροπούλου:Η διευθύντρια που έγινε βιοκαλλιεργήτρια

Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Ρώμη και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα εργάστηκε σε διαφημιστική εταιρεία ως διευθύντρια παραγωγής ταινιών, κυρίως όμως διαφημίσεων.

«Επί 10 χρόνια ήμουν σε έναν εξαιρετικά απαιτητικό χώρο, μιας και είχα την ευθύνη της οργάνωσης και της οικονομικής διαχείρισης. Οταν λοιπόν γνώρισα τον σύντροφό μου αποφασίσαμε να ζήσουμε στο κτήμα της οικογένειάς του, που βρίσκεται μεταξύ Μαρκόπουλου και Πόρτο Ράφτη. Φύγαμε από το Κέντρο της Αθήνας και μείναμε εκεί, όπου και γεννήθηκε το παιδί μας», λέει.

Οπως κάθε μητέρα, έτσι και η Αλεξάνδρα είχε αρχίσει, όπως λέει, να ψάχνει από πού θα αγόραζε τα φρούτα και τα λαχανικά για το παιδί. «Εμαθα για τη βιολογική καλλιέργεια και την πιστοποίηση και μπήκα στο κόσμο των βιολογικών προϊόντων ως καταναλώτρια, έχοντας πάντα κατά νου ότι θα έπρεπε να αξιοποιηθεί το κτήμα 40 στρεμμάτων που είχαμε». Το 2003, έχοντας πια αποφασίσει τι θέλει να κάνει, άφησε τη δουλειά της.

«Οι συνάδελφοι δεν με πίστευαν. Νόμιζαν ότι έκανα πλάκα όταν τους έλεγα ότι θα γίνω βιοκαλλιεργήτρια».

 

Η παραγωγή. Ενα χρόνο μετά είχε και την πρώτη παραγωγή από κηπευτικά - θερμοκηπίου χωρίς θέρμανση και υπαίθρια - και αρωματικά φυτά, τα οποία διέθετε από τότε στις βιολογικές λαϊκές αγορές, ενώ τα τελευταία χρόνια ετοιμάζει κάθε εβδομάδα ένα κιβώτιο με βιολογικά λαχανικά και φρούτα εποχής και τα στέλνει στους πελάτες. «Επόμενος στόχος είναι να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε το κτήμα να είναι επισκέψιμο».