skip to main content
 

Η πολύπλευρη σημασία της υφαντικής, Ίρις Τζαχίλη, καθ. Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Ίρις Τζαχίλη, καθηγήτρια Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Η σημασία της υφαντικής, της διαπλοκής των νημάτων, της δημιουργίας των μαλακών και εύπλαστων υφασμάτων, που μας τυλίγουν, μας προστατεύουν και περνούμε τη ζωή μας ανάμεσά τους, οφείλει να υπογραμμιστεί μόνο και μόνο γιατί είναι τόσο αυτονόητη, τόσο παρούσα, τόσο καθημερινή  που τείνει να περνά απαρατήρητη. Και μια ματιά μόνο αν ρίξουμε γύρω μας εύκολα συνειδητοποιούμε πόσα από τα πιο κοινά πράγματα που μας περιτριγυρίζουν είναι από ύφασμα: τα ρούχα μας φυσικά, αυτά που σαν δεύτερο δέρμα μεσολαβούν ανάμεσα στο σώμα μας και στην φύση∙  αλλά και σχεδόν παντού αλλού, στα πατώματα, στα παράθυρα, στα τραπέζια, στα κρεβάτια.  Εκεί όπου τρώμε, όπου κοιμόμαστε, όπου καθόμαστε, ένα όριο ανάμεσα μας και στην φύση, ανάμεσα στον πολιτισμό του σώματος και του γύρω κόσμου, μία αίσθηση οικείου και προσφιλούς. Μία κουρτίνα, ένα πάτημα κάνει τον άδειο χώρο σπίτι, και ο καθένας θυμάται τη γιαγιά του να κρεμά γρήγορα-γρήγορα στη μετακόμιση τις κουρτίνες για να γίνει ο ξένος χώρος οικείος, να ηρεμήσουμε, να συμφιλιωθούμε μαζί του.  Τα υφάσματα, υψηλό πολιτιστικό δείγμα, δείχνουν στην κοινότητα ποιοι είμαστε ή το κρύβουν, δίνουν ατομική ταυτότητα (ας θυμηθούμε τη δύναμη της μόδας) αίρουν την ατομική ταυτότητα και δίνουν συλλογική (ας θυμηθούμε τις κάθε είδους στολές) αλλά πάντα υποδεικνύουν τη θέση μας στην κοινωνία. Είναι ό,τι πιο ιδιωτικό και ταυτόχρονα ό,τι πιο δημόσιο. Σημαίες, μαντηλάκια, η ισλαμική μαντήλα, ή οι ανδρικές  γραβάτες είναι ένας ολόκληρος κόσμος σημειολογίας, που δείχνει την ιδεολογία και τις επιθυμίες μας, πραγματικές ή επιθυμητές.  

Το συμβολικό και το πραγματικό ήταν πάντα αξιεδιάλυτα δεμένα σε ότι έχει να κάνει με την ύφανση και την ετοιμασία των υφαντών.

Η συμβολική πλευρά των υφασμάτων και της ύφανσης ιστορικά συνδέθηκε με θέματα τεράστιας σημασίας για τους ανθρώπους, όπως η μεγάλη παρομοίωση της ζωής και του θανάτου (οι τρεις Μοίρες που γνέθουν τη μοίρα και κόβουν το νήμα της ζωής), ή του κύκλου των πλανητών (Πλάτων).

Η ύφανση στον μεσοπόλεμο ως πολιτική μεταφορά

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το ενδιαφέρον για την ύφανση αυτή καθεαυτή όχι μόνο της παραγωγής υφασμάτων που πια είχαν εκβιομηχανιστεί, αλλά της ύφανσης ως πρακτικής, των ανθρώπινων κινήσεων και του λαμπρού αποτελέσματος, πήρε μορφές σημαντικότατες. Δόθηκε δε στην ύφανση, στην πράξη της νηματουργίας και της παραγωγής υφασμάτων περιεχόμενο πέραν της απλής βιοτεχνίας ή οικοτεχνίας για την κάλυψη αναγκών. Εδώ πρέπει να θυμηθούμε την εμβληματική μορφή του Μαχάτμα Γκάντι. Ο Γκάντι ως μία ιδανική έκφραση της μη βίας στον αγώνα εναντίον των κατακτητών της Ινδίας πρόβαλλε την ιδέα της χειροτεχνικής κατασκευής των υφαντών που είχαν ανάγκη οι πληθυσμοί. Δημιούργησε δε ένα πρόγραμμα βιοτεχνικής και οικιακής παραγωγής υφαντών με τοπικούς εξαίρετους τεχνίτες. Ο ίδιος κατασκεύαζε νήματα στον τροχό (το γνωστό τσικρίκι) για να καλύψει τις ανάγκες του. Ο ίδιος και οι οπαδοί του κατασκεύαζαν μόνοι τους τα ρούχα τους σε χειροκίνητους αργαλειούς. Έτσι πίστευε ότι εκφραζόταν η αγάπη στις ανθρώπινες κινήσεις, η αποφυγή της βίας, η πίστη στην πατρίδα του, η κατάργηση της ανθρώπινης εκμετάλλευσης.  Η εικόνα του να παρασκευάζει νήμα έκανε το γύρο του κόσμου και έγινε το σύμβολο μίας παράδοσης με κέντρο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Την ίδια περίοδο η Ευρώπη επούλωνε τις πληγές της από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.  Μαζί με κινήματα καλλιτεχνικά όπως το Bauhaus και μία εξαιρετική άνθιση των επιστημών αγωγής πήραν μεγάλη ανάπτυξη οι σχολές υφαντικής. Αν είναι να αλλάξει ο κόσμος, αν μπορεί η ισότητα να έρθει ειρηνικά, αυτό θα γίνει μέσω της αγωγής, μέσω της άσκησης των χεριών, του σώματος και του νου, και τι καλύτερο από την υφαντική που τα συνδυάζει όλα μαζί με τον ρυθμό, πίστεψαν μεγάλοι καλλιτέχνες και παιδαγωγοί.

Στην Ελλάδα ήταν η εποχή της άνθισης της λαογραφίας. Με το έργο της Χατζημιχάλη  έγινε ευρύτερα γνωστή και εκτιμήθηκε η τέχνη του αργαλειού που ποτέ άλλωστε δεν είχε χάσει την λειτουργικότητα της όσο και αν διαδόθηκαν τα βιομηχανοποιημένα υφάσματα. Τότε στην Ελλάδα με την ύφανση συνδέθηκε μια άλλη εμβληματική μορφή η Εύα Πάλμερ Σικελιανού περίπου την ίδια περίοδο.

Ήταν μία πολύ εύπορη και ελληνοτραφής αμερικανίδα που είχε ζήσει στο Παρίσι στους κύκλους της  Νάταλι Κλιφορντ Μπαρνευ. Εκεί γνωρίστηκε με την ιδιόρρυθμη και αντισυμβατική αδελφή του Άγγελου Σικελιανού την Πηνελόπη Ντάνκαν, σύζυγο του αδελφού της διάσημης χορεύτριας Ισιδώρας Ντάνκαν. Μέσω αυτής η Εύα γνώρισε και αγάπησε τον Άγγελο και ήρθε μαζί του στην Ελλάδα με το όνειρο μίας ζωής γεμάτης από κλασικά ιδεώδη. Στην Ελλάδα έμαθε να υφαίνει, και προς σκανδαλισμό όλων φορούσε η ίδια και ο γιός της Γλαύκος ρούχα που ύφαινε μόνη της. Και η Εύα προσήγγισε την υφαντική ως έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής.  Έπρεπε οι άνθρωποι να είναι ικανοί να φτιάξουν τα αγαθά που χρειάζονταν. Αυτό είχε ηθική αξία. Κατά τη διάρκεια των Δελφικών Εορτών που οργάνωσε η ίδια με τον Άγγελο, η Εύα ύφανε μόνη της τα ενδύματα των ηθοποιών του χορού στις τραγωδίες που ανέβηκαν στο θέατρο. Σήμερα στο σχετικό μουσείο στους Δελφούς υπάρχει ο αργαλειός της Εύας. 

 Η σύνδεση της υφαντικής ως τρόπου ζωής με κάποιας μορφής πολιτική στάση δεν ήταν νέα στην Αθήνα. Η υφαντική στην αρχαία Ελλάδα ήταν μία μεταφορά της ειρήνης και της ομόνοιας. Περίπου 2500 χρόνια πριν η Λυσιστράτη του Αριστοφάνη έλεγε λέει ότι θα οργανώσει την πολιτική ζωή όπως οργανώνει το εργαστήρι της, θα καθαρίσει και θα ξεμπλέξει τα νήματα, θα μαζέψει όσα είναι σκόρπια, θα τους βάλει όλους σε σειρά και θα υφάνει μια κάπα για το δήμο. Η ύφανση ως ομόνοια και ως αντίσταση έχει μακρά ιστορία

Και στην Κρήτη…..

Η παράδοση της χρήσης των υφαντικών όρων ως μεταφορά ήταν διαχρονική, δεν σταμάτησε ούτε στην Ελλάδα ούτε στη νεότερη Κρήτη. Στην Κρήτη με το τόσο πλούσιο γλωσσικό λεξιλόγιο αμέτρητες είναι οι παρομοιώσεις, οι μεταφορές, οι στίχοι, τα ξόρκια που αναφέρονται κυρίως στην μεταξοκαλλιέργεια. Πρόσφατα άκουσα τον όρο στημονερός, ως επίθετο από τη λέξη στημόνι, δηλαδή τα σταθερά και τεντωμένα νήματα ανάμεσα από τα οποία περνούν το υφάδια.  Σημαίνει τον σταθερό, το δυνατό, αυτό που αποτελεί θεμέλιο.  Χρησιμοποιείται ακόμη, και έτσι προσεγγίζουμε τη σύγχρονη θέση της υφαντικής. Εγώ ως αρχαιολόγος, για τα σύγχρονα εγχειρήματα δύσκολα έχω γνώμη. Για χρόνια ωστόσο παρακολουθώ το αδιάλειπτο ενδιαφέρον γύρω μου για τα υφάσματα, τον αργαλειό, για χρόνια βλέπω τις κινήσεις αυτών που προσπαθούν να μάθουν τον χειροκίνητο αργαλειό και παρακολουθώ τα βιβλία που εκδίδονται για να διευκολύνουν την εκμάθηση, όπως της κ. Αγγελοπούλου Βολφ. Η χρήση του αργαλειού όπως και οι λέξεις που σχετίζονται με αυτόν πάντα έχουν θετική χροιά, ποτέ κανείς δεν πίστεψε οτιδήποτε αρνητικό, όλοι παρακολουθούν τι σχέδιο θα βγεί, πώς θα το πετύχει η υφάντρα, πώς θα ταιριάξουν τα χρώματα, πώς θα είναι η αφή? Ας κρατήσουμε πάντα αυτή τη στάση της αναμονής, έχοντας εμπιστοσύνη στα χέρια, στο νου και στις υφάντρες μας, – αυτές που ξέρουν, αυτές που θα μάθουν.  Άσε που υπάρχουν σε όλο τον κόσμο και εξαιρετικοί υφαντές….

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοηθεί η δράση Πηνελόπη Gandhi. Για άλλη μία φορά επιχειρείται μία επιστροφή στις δημιουργικές τέχνες, στις συντονισμένες προσπάθειες του νου και των χεριών στην εμπιστοσύνη που πρέπει να επιδειχθεί σε μια κεκτημένη παράδοση. Και ασφαλώς στα εξαιρετικά έργα που θα προκύψουν, που θα μας οδηγήσουν πίσω στην Εύα Πάλμερ και στις υφάντρες των δημοτικών τραγουδιών.